Τρίτη, 25 Μαρτίου 2008

Tο Κυκλάμινο του βουνού παρουσίασε

Το "Όπως τ' όνειρο" με πολλά αποσπάσματα εδώ

Κρητική Επιθεώρηση - Παρασκευή 23 Ιουνίου 2006


Ομιλία Ειρήνης Γαβριλάκη στο Αρσάνι

Κυρίες και κύριοι,

χωρίς να είμαι παρούσα στη συνάντηση αυτή, είμαι, αγναντεύοντας τη θάλασσα που με κρατά στην ακτή.

Ευχαριστώ για την πρόσκληση, όμως, κι ας μην είμαι φιλόλογος, ίσως καθ΄ ύλην αρμόδια να μιλήσω για το βιβλίο του κ. Ντακάκη. Τιμή μου που μου ζητήθηκε να πω δυο κουβέντες. Καταπραϋντικό ανάγνωσμα, μια στιγμή δύσκολη. Γι΄ αυτό και το αποφάσισα. Είχα ανάγκη, φαίνεται να ξαναδιαβάσω το βιβλίο – τόπο του κ. Ντακάκη, αναζητώντας το δικό μου τόπο, τώρα που η παιδική μου ηλικία διακόπτεται τραυματικά και αναπάντεχα και ο χρόνος αποκτά την έννοια του πριν και του μετά.

Τώρα που ακούω κι εγώ αυτό το παράξενο βουητό, που όλο και δυναμώνει. Που από τη θάλασσα έρχεται κι αυτό και προμηνύει σεισμό, σαν κι αυτόν που τρόμαξε έναν από τους ήρωες του βιβλίου. Τον τρόμαξε, γιατί όλα έδειχναν ότι η θάλασσα έφευγε, τραβιότανε μέσα αφήνοντας γυμνό το βυθό και λακκούβες με νερό και ψάρια που, εγκλωβισμένα, χτυπιούνται. Κι εγώ σαν υπνωτισμένη παρακολουθώ τη θάλασσα να κινείται παίρνοντας μαζί της το ταξίδι των ανθρώπων που αγάπησα πολύ. Υπνωτισμένη, ωστόσο, από τα υπέροχα χρώματα των ψαριών που κολύμπησαν στις ζωές τους.

Άπνοια.
Γιατί οι εικόνες κόβουν την ανάσα και γιατί ο φόβος της διασάλευσης της τάξης, γίνεται μερικές φορές πελώριος. Τρόμος.

Περπάτησα το βιβλίο κι εγώ, με το ανάλαφρο και αεράτο βήμα του Μανούσου Συριδάκη και των δικών του. Διέτρεξα τα τοπία της πέτρας και των λόφων, του σταριού και των αμπελιών, του θανάτου και της γέννησης., φαινομένων που εντάσσονται στη ζωή και τον κοινωνικό κώδικά, ισότιμα, χωρίς φόβο ή πάθος κανένα άλλο, εκτός από το πάθος της ζωής.

Μετρώντας τους ανθρώπους – κρίκους των οικείων του, άγγιξα την καδένα από την οποία κρέμεται μια Κρήτη παλιότερη που είχα την τύχη να γνωρίσω αρκετά. Περιπλανήθηκα για ώρες με ανθρώπους που χόρεψαν, γέλασαν, έκλαψαν, φώναξαν, εναρμονισμένοι με το τοπίο και τη φύση, σαν τον Διόνυσο και όχι σαν τον Απόλλωνα. Σαφώς ούτε σαν τον Άρη, κι ας μπερδεύτηκαν σε βεντέτες και φονικά.

Αθώοι.
Απέναντι σε θεούς και ανθρώπους. Ένα με τους θεούς και τους ανθρώπους, μέρος του ρυθμού που διακατέχει και ορίζει τα πάντα, πριν από την αγωνία που έφερε μαζί της η αστικοποίηση γλυκαίνοντας τους ανθρώπους – παιδιά με τα παγωτά των καινούριων ψυγείων. Πριν από την ταχύτητα που χρειάστηκε η αστική κοινωνία για να περνάει λάθρα και γρήγορα τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα, εκείνα που αποτελούν άτεχνες μεταφράσεις μιας γλώσσας απόλυτα προσαρμοσμένης, πριν, στις ανάγκες της επικοινωνίας και της περιγραφής του αληθινού. Πριν από την ταχύτητα που επέβαλε μια ασαφής και ωραιοπαθής Ευρώπη, πράγματι 50 χρόνια μπροστά και τουλάχιστον 1.000 χρόνια πίσω, στην οποία το σαρανταήμερο ταξίδι από τη ζωή στο θάνατο ή από το θάνατο στο θάνατο του Βερωνιανού θα μετριόταν με χιλιόμετρα και όχι με μαγικούς αριθμούς. Σαράντα μέρες, λοιπόν, όσες μέρες χρειάζεται η ψυχή να εγκαταλείψει το σπίτι και ο νεκρός να γίνει άγγελος και να ενταχθεί μια για πάντα στη σφαίρα των πανταχού παρόντων. Πριν από την ταχύτητα του τσιμέντου, των επιδοτήσεων, της μετανάστευσης.

Όταν το παιδί βρήκε τρία λευκά κορακάκια και τα πήρε για να παίζει, παιδί που παίζει με το κατεξοχήν σύμβολο του θανάτου, από πάντα, χωρίς να φοβάται, γιατί ανήκει σε μια κοινωνία που, ως αγροτική, είναι συνυφασμένη με το θάνατο και τη ζωή και γιατί σε μια τέτοια κοινωνία δεν υπάρχουν αντίθετα, αλλά αλληλοσυμπληρούμενα ζεύγη. Όταν ο ήρωας του παιδιού διαλέγει να πεθάνει ανάμεσα σε παιδιά κι εγγόνια, κοροϊδεύοντας με τη συνέχεια της ζωής το θάνατο. Όταν τα μέτρα βάρους αποτελούν απλώς συνεκδοχή του πολύ ή λίγο, του έχω ή δεν έχω. Όταν τα όνειρα ανήκαν και στη μέρα και βάραιναν το ίδιο με τις ειδήσεις. Όταν τα φαντάσματα κυκλοφορούν και τη μέρα. Όταν τα λουλούδια μιας ρόμπας μπορούν να προκαλέσουν αλλεργία. Όταν κάποιος που μπορούσε να σκοτώσει βασανιστικά, μπορούσε και να ανοίξει την αγκαλιά του στο μικρό ορφανό, γνωρίζοντας στο δέρμα του την κοινή μοίρα των ανθρώπων.

Εικόνες ισχυρότατες.
Εικόνες πανίσχυρες και καταιγιστικές. Αμφίσημες και εύγλωττες. Ονειρικές και πραγματικές ταυτόχρονα, γιατί οι άνθρωποι – παιδιά του χθες μπορούσαν να ονειρεύονται μέσα στην πραγματικότητα και να πραγματοποιούν όνειρα, γιατί όλα ήταν ρευστά και όμορφα, παιχνίδι στα χέρια των παιδιών με τα κορακάκια, των ανδρών που μεταφέρουν δομικά υλικά στις βράκες τους, των παιδιών που τρυπούν τα καρπούζια.

Εικόνες και λέξεις.
Η ποίηση της μεστής κρητικής διαλέκτου, που ευτυχώς, αφού δεν είμαι φιλόλογος, μπορώ να την ακούω να περιγράφει απλά και ρυθμικά τα διάφορα πράγματα και τις καταστάσεις, ίσως επειδή ήταν απλές και ρυθμικές και οι περιστάσεις και τα πράγματα και η ζωή – θάνατος.

Ξέρετε, κυρίες και κύριοι, εγώ δεν είμαι από την Κρήτη. Γεννήθηκα στον Πειραιά του ΄60. και η μητέρα μου, είναι από την Κόρινθο του τέλους της δεκαετίας του ’30. Οι παππούδες μου γεννήθηκαν στις αρχές του 20ού αιώνα. και τα παιδιά μου γεννήθηκαν γύρω στο ’90. Κουβαλάω λοιπόν εικόνες από όλη αυτήν την Ελλάδα που έφτασε σε μένα ως μύθος, ως εικόνα, ως όραμα, ως όνειρο, ανάλογα με την εκφραστική δεινότητα εκείνου που κάθε φορά διηγούνταν όνειρα ή περιέγραφε γάμους και κηδείες ή έδινε μαγειρικές συνταγές ή επαναλάμβανε οικογενειακές ιστορίες και πλάκες ή περιέγραφε τύπους ή έκρινε συμπεριφορές, αναπτύσσοντας παράλληλα τι συγχωρούνταν και τι όχι.

Θυμάμαι τις γυναίκες της οικογένειάς μου να συζητάνε την ώρα του πρωινού καφέ και το απόγευμα, την ώρα του εργόχειρου. Θυμάμαι που κανείς δεν διανοήθηκε ποτέ να μας αποκλείσει ως παιδιά από τα δύσκολα. Θυμάμαι τους λόγους που έκαναν τη μάνα μου να μη σκεφτεί ποτέ να βάλει τον παππού μου σε γηροκομείο. Θυμάμαι που στα σπίτια αφηνόταν σκόπιμα μια προεξοχή στο θεμέλιο, για να κάθονται έξω οι άνθρωποι και να κουβεντιάζουν.

Χάρηκα το βιβλίο, κύριε Ντακάκη. Χάρηκα που αναγνωρίζω τις εικόνες της Κρήτης σας, έτσι που είναι όμοιες με τις εικόνες του Πειραιά μας και της Κορίνθου μας. Χαίρομαι που έχω τη γλώσσα για να τις περιγράφω και που η ψυχή μου λειτουργεί ώστε να τις εκτιμώ και να τις διατηρώ. Λυπάμαι που φεύγουν οι άνθρωποι της οικογενείας μου που μου έμαθαν αυτές τις εικόνες, τις οποίες τώρα έχω ως έρεισμα. Χαίρομαι που ακούω κάποιες από τις λέξεις που ταιριάζουν με αυτές τις εικόνες να υπεισέρχονται στο λεξιλόγιο των παιδιών μου. Μέσα από αυτές και μέσα από τις οικογενειακές ιστορίες, αισθάνομαι ότι εξακολουθούν να υπάρχουν και οι άνθρωποι που δε ζουν πια.

Γλυκόπικρο το βιβλίο αυτό. Γλυκόπικρο και μαλακό, ρυθμικό και ανθρώπινο, ακροβατικό. Φυσικό. Νοσταλγικό και αληθινό και ήμερο. Αισιόδοξο.
Πώς να τρομάξει, εξάλλου, κάποιος που ξέρει να εξηγήσει τους στίχους του ριζίτικου γεύεσαι, γιε μου, γεύεσαι, χαροκοπάς και πίνεις κι οι Τούρκοι σε κυκλώσανε. Μην προσβληθείς, υγιέ μου ή που ξέρει να φιλοξενεί και να φιλοξενείται σαν επικός ήρωας?

Το τοπίο της ψυχής των ανθρώπων και το τοπίο-χώρος.
Σκεφτόμουν διαβάζοντας το βιβλίο, ότι στην περιοχή στην οποία διαδραματίζεται η ιστορία σήμερα ζουν πολλοί από άλλες περιοχές, από άλλες χώρες, από άλλες γλώσσες. Σκεφτόμουν ότι κι αυτοί, όπως κι εμείς, έχουν στο μυαλό τους εικόνες ανάλογες της χώρας τους. Κι αυτοί, όπως κι εμείς, θα αναζητούν ομοιότητες των εικόνων τους με την πραγματικότητα και θα πληγώνονται, όπως εμείς, γιατί η παιδική ηλικία και των χωρών, όπως και των ανθρώπων τελειώνει. Φαντάζομαι ότι για κάποιους από αυτούς, όπως και για μας, κάποιες εικόνες θα είναι τραυματικές και νοσταλγικές. Φαντάζομαι πως δεν θα ξέρουν που να ακουμπήσουν, τρομαγμένοι με την Ελλάδα που είναι 50 χρόνια μπροστά από τις πατρίδες τους και 1.000 χρόνια πίσω από την πατρίδα που κουβαλάνε στην ψυχή τους. Υποθέτω ότι θα φέρουν το βαρύ φορτίο των απόντων δικών τους, όπως κι εμείς. Όλοι, κι αυτοί κι εμείς, λίγο πολύ ξένοι στο τοπίο που μας περιβάλλει σήμερα, το λίγο ασαφές. Αισθάνομαι, αισθάνθηκα, καθώς διάβαζα το βιβλίο, ότι περπατάμε κι αυτοί κι εμείς και τα παιδιά μας σε ένα έρημο τοπίο με λόφους από άμμο που αλλάζουν σχήμα καθώς μεγαλώνουμε ή καθώς περπατάμε για να φτάσουμε αβέβαιους στόχους ή κοινούς τόπους και όλο απομακρυνόμαστε από τα τοπία του νου μας.

Δε θέλω να σας κουράσω. Σας προτρέπω να διαβάσετε το βιβλίο, να απολαύσετε την προσεγμένη έκδοση των Εκδόσεων Καλαϊτζάκη και να χαθείτε, όπως κι εγώ, στην ονειρική τοιχογραφία που διάλεξε η εξαιρετική κ. Νταντή ως εξώφυλλο. Ένα ταξίδι είτε προς την έρημο είτε προς τον κήπο της ρωμαϊκής τοιχογραφίας είναι χάρη Θεού, γιατί μαζί μας ταξιδεύουν όλοι. Συνεχώς. Πιστεύω ότι στο τέλος του ταξιδιού, η ψυχή μας θα γίνει άγγελος, γιατί θα έχει έρθει σε επαφή με τους ανθρώπους. Αυτούς που έχουμε κι αυτούς που κρατάμε μέσα μας, αυτούς που συναντάμε και αυτούς που ξέρουμε, αυτούς που μας είπαν παραμύθια παλιότερα.

Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας.

Ειρήνη Γαβριλάκη

Oμιλία Μυγιάκη Κώστα στο Αρσάνι

Για το Νίκο Ντακάκη και το έργο του μίλησαν οι προηγούμενοι από μένα ομιλητές. Εκτενέστατα, εμπεριστατωμένα και με σαφήνεια ανέλυσαν το βιβλίο «Όπως τ’ όνειρο» που παρουσιάζουμε σήμερα. Έτσι κι εγώ είπα να πρωτοτυπήσω. Αντί ν’ αναφερθώ στην κυρίως ιστορία του βιβλίου, θ’ ασχοληθώ με επιμέρους στοιχεία όπως ο ποταμός ο Βρυσιδιώτης και το Μοναστήρι τ’ Άι Γιώργη, όπως ονομάζει προφανώς το Αρσάνι, που μας κάνει την τιμή να μας φιλοξενεί απόψε.
Μέσα στην εξέλιξη του μύθου αυτά τα στοιχεία από πρώτη ματιά φαίνονται δευτερεύοντα. Κι όμως δεν είναι. Ο συγγραφέας έχει πιάσει το νόημα της εποχής λίγο πριν τον πόλεμο, λίγο μετά, στην οποία αναφέρεται. Πράγματι η γενιά μας και οι παλιότερες γενιές γνώρισαν την αξία τού φυσικού αγαθού που λέγεται νερό. Καμιά σύγκριση με την εποχή που ζούμε. Σήμερα το κατασπαταλούμε και του φερόμαστε σχεδόν εχθρικά. Σε μια εποχή που το νερό ήταν ελάχιστο ή σχεδόν ανύπαρκτο, φυσικό είναι οι άνθρωποι να του αποδίδουν ιδιαίτερη σημασία. Όταν προσπαθούσανε να τ’ αντλήσουν από ξεροπήγαδα δεκαπέντε και είκοσι οργιές βάθος με το μαγκάνι και τη σβίγα και πάλι αδειάζανε τα πηγάδια με τη λαΐνα είναι να μην το θεοποιούν; Ειδικά σε αγροτικές κοινωνίες που τα καιρικά φαινόμενα αποτελούσαν καθοριστικό παράγοντα στη διαμόρφωση της ζωής.
«Εύφορος τόπος το Καμποχώρι», λέει στην αρχή κιόλας του βιβλίου του ο συγγραφέας. «Και ξερό ξύλο να φύτευες, γινότανε. Μόνο που δεν είχε νερό». Μ’ αυτά τα λόγια προσπαθεί να μπάσει ο συγγραφέας τον αναγνώστη στο κλίμα της εποχής. Με λόγια απλά, καθημερινά. Με εικόνες αλλού τόσο ζωντανές κι αλλού ανάγλυφες σαν κάδρο. Με λόγο που τρέχει σαν το καθάριο νερό του Βρυσιδιώτη. Με φράσεις προσεγμένες, μικρές και κοφτές σαν την ανάσα. Δεν μπορώ ν’ αποφύγω τον πειρασμό και θα σας διαβάσω ένα μικρό απόσπασμα από το πρώτο κεφάλαιο και συγκεκριμένα από τη σελίδα 14 που αναφέρεται στον ποταμό.
«Τι ποταμός δηλαδή, ένα μικρό ρυάκι ήτανε. Ήτανε δεν ήτανε τρία μέτρα η κοίτη του. Άρχιζε να τρέχει με τα πρωτοβρόχια θολό νερό, πότε-πότε φούσκωνε κιόλας κι ύστερα κατά το Δεκέμβρη έτρεχε καθαρό γάργαρο νερό, που σου ‘ρχότανε να πίνεις και να μη χορταίνεις. Ο Βρυσιδιώτης ήτανε που ΄δινε ζωή στο Καμποχώρι. Κι όχι μόνο στο Καμποχώρι, μα και στο Αρέστι και το Μαχαλεύρι, τα απέναντι χωριά, που φτάνανε τα περβόλια τους στην ανατολική όχθη του Βρυσιδιώτη .
Έδινε ζωή στο κατωμέρι ο Βρυσιδιώτης. Κι όχι μόνο σ’ αυτά τα χωριά, μα και στα πιο πάνω, τα Λουτρά και τη Θειάνα. Κι ύστερα πάλι πιο κάτω, δρόσιζε το Μοναστήρι τ’ Αϊ Γιώργη, που ‘ναι κτισμένο στο γκρεμνό πάνω από το Βρυσιδιώτη.
Νερό κατέβαζε, ζωή έδινε στον τόπο τον ευλογημένο ο Βρυσιδιώτης. Μα από το Μάη μήνα, άρχιζε το νερό και λιγόστευε. Αρχές Ιούνη ίσα που ΄τρεχε και πριν μπει ο Ιούλης, στέρευε εντελώς. Είχανε φτιάξει τα γύρω χωριά και μια δεσά, ένα μικρό ανάχωμα δηλαδή, είχανε φτιάξει κι ένα χωμάτινο αυλάκι για να φέρνει το νερό στα περβόλια. Είχανε ορίσει και νερουλά, να διαφεντεύει το λίγο νερό, που κι αυτό μέχρι τον Ιούλιο στέρευε. Μ’ ακόμη και τότε, κάτω από το Μοναστήρι τ’ Αϊ Γιώργη, ποτέ της δε στέρευε μια φλέγα, που ‘τρεχε ένα δάχτυλο νερό δροσερό και καθάριο κι έπεφτε από ένα μικρό μπρούτζινο αυλακάκι, σα βρυσούλα. Γι αυτό το λέγανε Βρυσίδι κι από κει πήρε τ’ όνομά του ο ποταμός, ο Βρυσιδιώτης».
Τότε αρχίζανε και τα βάσανα του χωριού. Μια αέναη μάχη στο κυνήγι του νερού και της ζωής που ήτανε άμεσα συνδεμένη μ’ αυτό.

Σημαντικός παράγοντας στην περιοχή ήτανε και είναι το Μοναστήρι τ’ Άι Γιώργη. Και σαν τέτοιον τον αναδεικνύει ο συγγραφέας. Με μυθιστορηματικό τρόπο, ιστορικά όχι και τόσο ακριβή, αλλά «λογοτεχνική αδεία», αναφέρεται στην ανέγερση της Μονής και στην απόκτηση της περιουσίας της. Παρ’ όλ’ αυτά την εντάσσει απόλυτα πραγματικά, θα έλεγα, στην κοινωνική και την οικονομική ζωή τής ευρύτερης περιοχής.
Το Μοναστήρι είναι αυτό που θα δώσει δουλειά στους κατοίκους των γύρω χωριών, αυτό θα περιθάλψει φτωχούς και άστεγους, στον Ηγούμενο και τους καλογέρους θα τρέξουν για συμβουλή και συμπαράσταση στην κάθε αναποδιά. Ακόμη και στο ζήτημα του νερού, του τόσο δυσεύρετου και πολύτιμου για το χωριό, ο πατέρας Αγαθάγγελος είναι που με τη συνηγορία του θα βοηθήσει αποτελεσματικά στο να κατεβεί το νερό από το Αρκάδι και να ξεδιψάσουν άνθρωποι και ζώα.
Σ’ ένα βιβλίο που τα ονόματα των ηρώων και των χωριών είναι όλα παραλλαγμένα, δεν είναι τυχαίο που το μόνο όνομα που δεν παραλλάσει είναι του πατέρα Αγαθάγγελου. Κι αυτό επειδή κατά τη γνώμη μου το θεωρεί εξαιρετικά σημαντικό.
Ας δούμε όμως πώς παρουσιάζει το Μοναστήρι στη σελίδα 171
«Στ’ αριστερά του δρόμου κτισμένο, πάνω στο γκρεμό, φαντάζει σαν κάστρο. Πρώτα ξεχωρίζει ένα τείχος μικρό που ενώνει δυο κτίρια. Μια μεγάλη ξύλινη αυλόπορτα που καταλήγει σε καμάρα, κρύβει τη μεγάλη στρωμένη με πέτρα αυλή. Στα δεξιά οι ξενώνες, για τους εργάτες και τους φαμέγιους, που δεν είχαν πού να κοιμηθούνε. Στ’ αριστερά, οι στάβλοι μέχρι πιο έξω κοντά στο δρόμο, που ήτανε και το άλλο πηγάδι, το μοναστηρικό, κλεισμένο με πέτρινο κουβούκλι κι ύστερα το λιοτρίβι κι οι αποθήκες δίπατες κι η μεγάλη τραπεζαρία για τους εργάτες. Συνεχόμενα, λίγο πριν φτάσει κανείς στην εκκλησία, να κοιτάζει την ανατολή η τραπεζαρία για τους καλογέρους. Και με θέα ανατολική και βορινή το γουμενικό. Στη μέση της αυλής το πηγάδι, σκεπασμένο κι αυτό με πέτρινο κουβούκλι κι από μπροστά ανοιχτό, για να φαίνεται η σβίγα, με περασμένο το σχοινί και δεμένο τον κουβά, για να τραβούνε το νερό. Στο τέλος της αυλής η εκκλησία. Μεγάλη, τεράστια, επιβλητική. Έχει κι ένα τρούλο μεγάλο. Δίπατο καμπαναριό, πέτρινο σκαλιστό, με κάτω δυο καμπάνες, μεγάλες και βαριές. Αυτές τις κτυπούσανε μόνο στις λειτουργίες, στις σκόλες και τα πανηγύρια. Πιο ψηλά, είχε μια καμπάνα μικρή με ψιλό ήχο.
–Ντιν, Ντιν, Ντιν.»
Κι ο Άγιος της Μονής, ο Άγιος της περιοχής, ο Άι Γιώργης ο καβαλάρης, έστεκε φύλακας και προστάτης του Μοναστηριού, δίκαιος κριτής και παραστάτης. Ακόμη κι όταν ένας από τους εργάτες παρασπόνδησε κι έκλεψε ελιές από το Μοναστήρι, ο ίδιος ο Άγιος τον βοήθησε και μια και δυο φορές. Μα σαν είδε πως πήγε να το πάρει συνήθεια «μην το ξανακάνεις», του ’πε μόνο κι αυτός το μετάνιωσε και πήγε και το εξομολογήθηκε.
Κανείς δεν τ’ αποφάσισε ποτέ να τα βάλει με το Μοναστήρι και τους καλογέρους του. Κι οι Τούρκοι το σεβάστηκαν κι οι Γερμανοί δεν το πείραξαν. Άμεσα βέβαια, γιατί σκοτώνοντας τους άντρες στα χωριά και ρημάζοντας τα σπίτια, έμμεσα την πλήρωσε και το Μοναστήρι. «Άνοιξε τους ξενώνες, βάλανε χέρι στη μεγάλη μάνα και τις αποθήκες οι καλογέροι και στήσανε συσσίτιο», αναφέρει στη σελίδα 179 του βιβλίου του ο Νίκος Ντακάκης. Και δεν είναι ψέματα. Χωρίς την ουσιαστική βοήθεια του Μοναστηριού είναι σίγουρο πως θα υπήρχε ακόμη μεγαλύτερη εξαθλίωση, ακόμη μεγαλύτερες απώλειες. Ενώ με τη βοήθεια του Μοναστηριού και τ’ Άι Γιώργη σταθήκανε στα πόδια τους, παραφτιάξανε τα καμένα τους σπίτια και τα κατοικήσανε πάλι.
Δε θέλω να καταχραστώ την ευκαιρία και να σας κουράσω περισσότερο. Τούτο μόνο θέλω να πω. Το βιβλίο «Όπως τ’ όνειρο» που παρουσιάζουμε σήμερα είναι γεμάτο από εικόνες κι ιστορίες αληθινά δοσμένες, μ’ ένα τρόπο που γίνεται εύκολα κατανοητός από τους νεότερους και γυρνά πίσω τη μνήμη στους παλιότερους.
Νομίζω πως δεν είχα άδικο επιλέγοντας ν’ ασχοληθώ με επιμέρους στοιχεία του βιβλίου όπως είναι ο ποταμός ο Βρυσιδιώτης και το Μοναστήρι τ’ Άι Γιώργη, αφού ο ίδιος ο συγγραφέας τους δίνει μεγάλη βαρύτητα.
Τελειώνοντας θα διαβάσω ένα ακόμη απόσπασμα από τη σελίδα 179 κι αυτό σχετικό με το Μοναστήρι.
«Κάνανε ναρκοπέδια οι Γερμανοί τους κάμπους και δεν μπορούσε να πλησιάσει κανείς, ούτε οι καλογέροι. Γεμίσανε σκοπιές τον Κονίδι, πάνε και τ’ αμπέλια. Δεν είχανε τόπο να βοσκήσουνε τα κοπάδια, τα σφάξανε κι αυτά. Και πάνω που είχε αδειάσει το μοναστήρι από τις χήρες και τα ορφανά, φέρανε οι Γερμανοί πάνω από διακόσιους Ιταλούς. Είχε χαλάσει η συμμαχία τους και τους είχανε αιχμαλώτους. Τους φέρανε και τους παρατήσανε. Ούτε φαΐ τους δίνανε, ούτε τίποτα. Μόνο τους φυλάγανε, μη φύγουνε. Στήσανε οι καλογέροι πάλι τα συσσίτια, μέχρι που δεν έμεινε τίποτα στο μοναστήρι. Όταν δεν είχανε πια τίποτα να τους ταίσουνε:
-Θα πεθάνουνε της πείνας, είπε ο γούμενος στους Γερμανούς.
-Περιμένω διαταγές, του είπε, ο Λοχίας.
Τους πήρανε σε λίγες μέρες.
-Θα τους βάλομε σε καράβι και θα τους πάμε στην Ιταλία, είχε πει ο Γερμανός, ο Λοχίας.
Ήρθε το καράβι κάτω στο γιαλό, στου Σταυρού την παραλία κι άραξε ανοικτά. Δυο γερμανικά πλοία πολεμικά, στέκανε πιο μέσα. Τους βάλανε σε βάρκες και τους πήγανε στο καράβι. Είχανε κατεβεί κι οι ντόπιοι στον κάμπο και χαζεύανε. Μόλις τους ανεβάσανε στο καράβι κι ανοιχτήκανε ακόμη λίγο, αρχίσανε να τους βάζουνε τα γερμανικά πλοία τα πολεμικά. Βούλιαξε το καράβι και πνιγήκανε όλοι οι Ιταλοί.
Γέμισε η παραλία μέχρι πέρα, πνιγμένους. Αγγαρεία βάλανε οι Γερμανοί, τους ντόπιους για να τους θάψουνε.
Όταν φύγανε οι Γερμανοί, παίζανε οι καμπάνες. Μέρα και νύκτα κάνανε δοξολογίες στο μοναστήρι τ΄ Αι Γιώργη, που ήτανε πια φτωχό. Άδειες οι αποθήκες τους, άδειοι κι οι στάβλοι. Μόνο λίγο λάδι και λίγο κρασί τους είχε μείνει. Ρημαγμένα τα κτίρια. Άφαντοι κι οι εργάτες κι οι φαμέγιοι».
«Δεν ξαναπήρε πάνω του το Μοναστήρι». «Ακουγότανε πάλι πως θα μοιράσουνε τις περιουσίες του Μοναστηριού. Φαμέγιοι δεν πηγαίνανε πια και για εργάτες δεν είχανε να πληρώσουνε. Μόνο όσο δουλεύανε οι ίδιοι». «Ο Άι Γιώργης είναι καβαλάρης, είπε ο Γούμενος που δεν τα έχανε εύκολα…» Είναι κάποιες εκφράσεις από το «Όπως τ’ όνειρο». Και φαίνεται πως δεν είχε άδικο. Με τον καιρό όλα φτιάξανε. Κι οι συνθήκες διαβίωσης βελτιωθήκανε και τα χωριά ξαναζωντανεύουνε και το Μοναστήρι στέκει εδώ περήφανο και μας φιλοξενεί απόψε.

Σας ευχαριστώ
Μυγιάκης Κώστας

Ομιλία συγγραφέα στην παρουσίαση στο Αρσάνι

Σεβασμιώτατε,
Κύριε Νομάρχη,
Κύριε Δήμαρχε,
Άγιε Ηγούμενε, άγιοι Πατέρες,
Κυρίες και κύριοι, αγαπητοί μου φίλοι

Άβολα αισθάνομαι σήμερα και παράξενα. Άβολα γιατί περίσσεψαν πραγματικά τα λόγια τα καλά από τους παρουσιαστές τού βιβλίου, τους φίλους κι αγαπητούς Γιώργο Αρχοντάκη, Στέλιο Κισσανδράκη, Κώστα Μυγιάκη, Γιάννη Σκεπετζή και τη συντονίστρια της εκδήλωσης την αγαπητή μου αντινομάρχισσα Μαρία Αρχοντάκη. Επίσης δεν μπορώ να μην αναφερθώ στη φίλη αρχαιολόγο Ειρήνη Γαβριλάκη και να μην την ευχαριστήσω, που παρά τις δύσκολες στιγμές που περνά, λόγω σοβαρότατου οικογενειακού προβλήματος, βρήκε τη δύναμη και το χρόνο κι ασχολήθηκε με την αποψινή μας εκδήλωση στέλνοντας χαιρετισμό, που εμένα τουλάχιστον λόγω και των ειδικών συνθηκών κάτω από τις οποίες γράφτηκε, με συγκλόνισε.
Άβολα σας είπα από την αρχή πως αισθάνομαι και παράξενα. Αντιφατικά συναισθήματα με πλημμυρίζουν. Χαίρομαι που βρεθήκαμε απόψε εδώ μαζί, τη μεγαλύτερη μέρα του χρόνου, στην αυλή τ’ Αρσανιού, φίλοι, γνωστοί και συγγενείς. Χαίρομαι να βρίσκονται ευκαιρίες και ν’ ανταμώνουμε σε χαρές. Γιατί εδώ που τα λέμε, όπως έχει διαμορφωθεί η ζωή μας σήμερα, δεν είναι και πολύ εύκολη υπόθεση η ανθρώπινη επικοινωνία. Μας έφαγαν οι υποχρεώσεις, το συνεχές τρέξιμο και το καθημερινό άγχος. Από την άλλη, περίσσεψαν απόψε τα λόγια τα καλά και φοβούμαι μήπως αυτό είναι υπερβολή. Εγώ δεν έκαμα δα και πράμα σπουδαίο. Ένα βιβλίο έγραψα και μου φαίνεται πως πρέπει να σας πω δυο λόγια πάνω σ’ αυτό.
«Εκεί που σταματά η φιλοσοφία, αρχίζει το μυθιστόρημα», λέει ο Κούντερα. Κι εγώ μιας και δεν τα πηγαίνω καλά με τις φιλοσοφίες, που ούτε τις μπορώ κι ούτε μου πάνε, είπα ν’ ασχοληθώ κατευθείαν με το μυθιστόρημα.
Το «Όπως τ’ όνειρο», οφείλεται στον πατέρα μου, τον Ντακογιώργη, που όλοι σας γνωρίζετε και σ’ αυτόν τ’ αφιερώνω μαζί με τη μάνα μου για την υπομονή της και τον αγώνα της να μας αναθρέψει σωστά και να μας μεγαλώσει. Και λέω πως το βιβλίο μου αυτό οφείλεται κυρίως στον πατέρα μου, γιατί απ’ αυτόν άκουσα κι έμαθα τα περισσότερα απ’ αυτά που περιγράφω. Άλλωστε κι οι δυο ήρωες τού βιβλίου, ο Νακογιώργης-Ντακογιώργης κι ο Βερωνιανός-Μερωνιανός, οι παππούδες του ήτανε.
Αντί να κάθομαι λοιπόν και ν’ ασχολούμαι με φιλοσοφίες και πράγματα ακαταλαβίστικα, που στο κάτω κάτω της γραφής δεν μου πάνε, είπα ν’ ασχοληθώ και ν’ αποτυπώσω στο χαρτί πρόσωπα και καταστάσεις που οι περισσότεροι από ’μας έχουνε ζήσει. Εκεί κάπου στις αρχές του εικοστού αιώνα, ο Βερωνιανός συγκλονισμένος από ένα άδικο φονικό και μη θέλοντας να μπει στη λογική την παράλογη της βεντέτας και της εκδίκησης, φεύγει νύχτα από το Βέρωνα. «Ντύσε γρήγορα τα παιδιά και μάζεψε τα ρούχα. Μόνο τα ρούχα», λέει στη γυναίκα του. Παίρνει τα παιδιά του και το κοπάδι του κι ύστερα από δυο μερόνυχτα φτάνει ξημέρωμα στο Καμποχώρι. Έτσι αρχίζει η ιστορία του βιβλίου.
Ασχολούμαι με μιαν εποχή δύσκολη. Με πολέμους, ανέχειες και κατατρεγμούς. Με φτώχειες και βάσανα, μα και ζεστές κι ανθρώπινες στιγμές. Σ’ αυτό το πλαίσιο κινήθηκα. Χρησιμοποίησα πολλές, άσχετες μεταξύ τους ιστορίες που είχα ζήσει ή είχα ακούσει, άφησα τη φαντασία μου να χαθεί στ’ όνειρο, έμπλεξα πραγματικά στοιχεία με φανταστικά, ζύμωσα την αλήθεια με το μύθο και τ’ αποτέλεσμα είναι αυτό. Το αν τα κατάφερα είναι το ζητούμενο. Οι ομιλητές τής βραδιάς κι όσοι το διάβασαν, ισχυρίζονται πως τα κατάφερα κι αυτό για μένα είναι ενθαρρυντικό. Τίποτα όμως δεν μπορεί να είναι πιο ενθαρρυντικό από τη δικιά σας γνώμη και κρίση. Εσάς, των ντόπιων, των κοινωνών τών ίδιων ακουσμάτων και βιωμάτων με μένα.
Δεν εχρησιμοποίησα καμιά ιδιαίτερη τεχνική κι ούτε προσπάθησα να εντυπωσιάσω. Η προσπάθειά μου επικεντρώθηκε στο να περιγράψω εικόνες συνηθισμένες τού χωριού, με λόγο απλό, καθημερινό. Όχι πως το ’καμα επίτηδες. Έτσι ήξερα να γράψω κι έτσι έγραψα.
Προσπάθησα να βγάλω νοσταλγία σ’ αυτό το βιβλίο. Νοσταλγία για μιαν εποχή που έφυγε και χάθηκε. Νοσταλγία για τις ανθρώπινες σχέσεις και το παλιό εκείνο δέσιμο των ανθρώπων. «Χωριανός ή κοντοχωριανός είναι», λέγανε, για κάποιον και τον αισθανότανε κιόλας φίλο και συγγενή. Νοσταλγία για τις παρέες από σπίτι σε σπίτι. Νοσταλγία για τα γλέντια και τα τραπεζώματα με το βρισκούμενο. Το σμίξιμο στα καφενεία, οι βραδιές με τα πειράγματα και τα καλαμπούρια. Και για να μην εξωραΐζουμε τα πάντα, σας υπενθυμίζω πως δεν ήταν όλα έτσι ειδυλλιακά. Πάντοτε υπήρχαν κι οι μικροψυχίες, οι κακίες κι οι έχθρητες. Οι βλαστήμιες κι οι κατάρες από τις γριές. Οι τσακωμοί, οι καβγάδες κι οι σπασμένες κεφαλές. Αυτό όμως δεν εμπόδιζε το χωριό να σμίγει και στη χαρά και στη λύπη. Να γλεντούνε μαζί, να κλαίνε και να παρηγορούνε τον πονεμένο. Αυτό το δέσιμο, νομίζω, είναι που λείπει από την εποχή μας. Κι αναρωτιέμαι αξίζει που προοδέψαμε αν είναι να γίνουμε δούλοι τής προόδου; Αν είναι να πουλήσουμε την ψυχική μας ισορροπία στη μάχη της καθημερινότητας; Κοντεύουμε να ξεχάσουμε τα έθιμα και τις καταβολές μας. Βιάσαμε τη φύση κι αυτή μάς εκδικείται. Καταστρέψαμε το περιβάλλον και δυσκολέψαμε μόνοι μας τη ζωή μας. Αλήθεια, πόσοι από μας δε θυμόμαστε με νοσταλγία τις ομορφιές και τις μυρωδιές στα περβόλια και τις ποταμίδες. Την πρασινάδα και τις δροσοποτάδες. Το συνορισό του νερού στον καταπότη και τις μαλές για το ποιος θα πρωτοποτίσει. Τώρα είναι παραιτημένα και τα περβόλια, γεμάτα βάτους και καλάμια. Δε συφέρνει, λέει, να τα καθαρίσομε. Κι ακόμη, πόσοι προλαβαίνομε να δούμε τον ήλιο ν’ ανατέλλει; Πόσοι έχουμε ώρα για να ξεχαστούμε στο λιοβασίλεμα ή να κάνουμε μια βόλτα στο φεγγαρόφωτο;
Δε θέλω να σας μελαγχολήσω, μα νομίζω πως καιρός είναι να δώσουμε μιαν ευκαιρία στον άνθρωπο και την ανάγκη για συντροφικότητα που ο καθένας από μας κρύβει μέσα του. Να μη χαιρετιόμαστε μόνο στο δρόμο παίζοντας την κόρνα τ’ αυτοκινήτου ή κάνοντας ένα αφηρημένο νόημα. Να συσφίξουμε τις σχέσεις μας. Να δίνουμε μια του Χάρου πότε πότε. Θα με ρωτήσετε και πώς μπορεί να γίνει αυτό; Μιας κι ο τρόπος ζωής έχει αλλάξει, έγνοιες και προβλήματα παραπληθύνει, νομίζω πως μόνο οι πολιτιστικοί σύλλογοι κι ο Δήμος μπορούν να βοηθήσουν αποφασιστικά. Έτσι, μια ιδέα έριξα. Μέσα από τη συμμετοχή μας σ’ αυτούς τους φορείς, σίγουρα μπορούμε να ’ρθουμε πιο κοντά. Να οργανώσουμε εκδηλώσεις, ν’ αναβιώσουμε έθιμα, να βρεθούμε, βρε αδερφέ.
Δε θέλω να σας κουράσω άλλο. Οφείλω όμως να εκφράσω τις πιο θερμές μου ευχαριστίες σ’ όλους όσους βοήθησαν με κάθε τρόπο να εκδοθεί το βιβλίο αυτό. Τον αγαπητό μου Μιχάλη Τρούλη που χάρις στην επιμονή του και τα καλά λόγια που δεν τσιγκουνεύτηκε να γράψει στον πρόλογο, εκδόθηκε αυτό το βιβλίο. Τις εκδόσεις Καλαϊτζάκη για την ποιότητα της δουλειάς τους. Τους διευθυντές των εφημερίδων και ξέχωρα τον σεβαστό μου Γιάννη Χαλκιαδάκη, τους διευθυντές των μέσων ενημέρωσης και τους δημοσιογράφους για τη σημασία που μου έδωσαν. Το Δήμαρχο του Δήμου Αρκαδίου, το φίλο Μανόλη Μανωλακάκη, που με τα αρκετά βιβλία που αγόρασε βοήθησε σημαντικά στο να καλυφθούν κάποια από τα έξοδα της έκδοσης. Τη Νομαρχία Ρεθύμνης και το Δήμο Αρκαδίου συνολικά και τον αντιδήμαρχο Τάσο Συριανόγλου ειδικά, που ανέλαβε το βάρος αυτής της εκδήλωσης, καθώς και όσους απασχολήθηκαν για την οργάνωση αυτής της βραδιάς. Την Ιερά Μονή Αρσανίου για τη φιλοξενία τους και τέλος τους ομιλητές και τη συντονίστρια της εκδήλωσης για το χρόνο που διέθεσαν και τα καλά τους λόγια κι όλους εσάς που αφήσατε τη βολή σας και διαθέσατε το χρόνο σας για να μας ακολουθήσετε σ’ αυτό το ταξίδι στ’ όνειρο.
Όλους σας ευχαριστώ.

Παρουσίαση στο Αρσάνι, 21 Ιουνίου 2006

ΑΠΟΨΗ του νότου - Τρίτη 20 Ιουνίου 2006


Ρεθεμνιώτικα Νέα - Σάββατο 17-Kυριακή 18 Ιουνίου 2006



Αφίσσα εκδήλωσης Αρσανίου



10-01-2006

Κρητική Επιθεώρηση -Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2005


Ρεθεμνιώτικα Νέα - Τρίτη 20 Δεκεμβρίου 2005



Ρεθεμνιώτικα Νέα - Σάββατο 19-Κυριακή 20 Νοεμβρίου 2005


Κρητική Επιθεώρηση - Παρασκευή 11 Νοεμβρίου 2005


Ρέθεμνος - Σάββατο 29-Κυριακή 30 Οκτωβρίου 2005