Τρίτη, 25 Μαρτίου 2008

Ομιλία συγγραφέα στην παρουσίαση στο Αρσάνι

Σεβασμιώτατε,
Κύριε Νομάρχη,
Κύριε Δήμαρχε,
Άγιε Ηγούμενε, άγιοι Πατέρες,
Κυρίες και κύριοι, αγαπητοί μου φίλοι

Άβολα αισθάνομαι σήμερα και παράξενα. Άβολα γιατί περίσσεψαν πραγματικά τα λόγια τα καλά από τους παρουσιαστές τού βιβλίου, τους φίλους κι αγαπητούς Γιώργο Αρχοντάκη, Στέλιο Κισσανδράκη, Κώστα Μυγιάκη, Γιάννη Σκεπετζή και τη συντονίστρια της εκδήλωσης την αγαπητή μου αντινομάρχισσα Μαρία Αρχοντάκη. Επίσης δεν μπορώ να μην αναφερθώ στη φίλη αρχαιολόγο Ειρήνη Γαβριλάκη και να μην την ευχαριστήσω, που παρά τις δύσκολες στιγμές που περνά, λόγω σοβαρότατου οικογενειακού προβλήματος, βρήκε τη δύναμη και το χρόνο κι ασχολήθηκε με την αποψινή μας εκδήλωση στέλνοντας χαιρετισμό, που εμένα τουλάχιστον λόγω και των ειδικών συνθηκών κάτω από τις οποίες γράφτηκε, με συγκλόνισε.
Άβολα σας είπα από την αρχή πως αισθάνομαι και παράξενα. Αντιφατικά συναισθήματα με πλημμυρίζουν. Χαίρομαι που βρεθήκαμε απόψε εδώ μαζί, τη μεγαλύτερη μέρα του χρόνου, στην αυλή τ’ Αρσανιού, φίλοι, γνωστοί και συγγενείς. Χαίρομαι να βρίσκονται ευκαιρίες και ν’ ανταμώνουμε σε χαρές. Γιατί εδώ που τα λέμε, όπως έχει διαμορφωθεί η ζωή μας σήμερα, δεν είναι και πολύ εύκολη υπόθεση η ανθρώπινη επικοινωνία. Μας έφαγαν οι υποχρεώσεις, το συνεχές τρέξιμο και το καθημερινό άγχος. Από την άλλη, περίσσεψαν απόψε τα λόγια τα καλά και φοβούμαι μήπως αυτό είναι υπερβολή. Εγώ δεν έκαμα δα και πράμα σπουδαίο. Ένα βιβλίο έγραψα και μου φαίνεται πως πρέπει να σας πω δυο λόγια πάνω σ’ αυτό.
«Εκεί που σταματά η φιλοσοφία, αρχίζει το μυθιστόρημα», λέει ο Κούντερα. Κι εγώ μιας και δεν τα πηγαίνω καλά με τις φιλοσοφίες, που ούτε τις μπορώ κι ούτε μου πάνε, είπα ν’ ασχοληθώ κατευθείαν με το μυθιστόρημα.
Το «Όπως τ’ όνειρο», οφείλεται στον πατέρα μου, τον Ντακογιώργη, που όλοι σας γνωρίζετε και σ’ αυτόν τ’ αφιερώνω μαζί με τη μάνα μου για την υπομονή της και τον αγώνα της να μας αναθρέψει σωστά και να μας μεγαλώσει. Και λέω πως το βιβλίο μου αυτό οφείλεται κυρίως στον πατέρα μου, γιατί απ’ αυτόν άκουσα κι έμαθα τα περισσότερα απ’ αυτά που περιγράφω. Άλλωστε κι οι δυο ήρωες τού βιβλίου, ο Νακογιώργης-Ντακογιώργης κι ο Βερωνιανός-Μερωνιανός, οι παππούδες του ήτανε.
Αντί να κάθομαι λοιπόν και ν’ ασχολούμαι με φιλοσοφίες και πράγματα ακαταλαβίστικα, που στο κάτω κάτω της γραφής δεν μου πάνε, είπα ν’ ασχοληθώ και ν’ αποτυπώσω στο χαρτί πρόσωπα και καταστάσεις που οι περισσότεροι από ’μας έχουνε ζήσει. Εκεί κάπου στις αρχές του εικοστού αιώνα, ο Βερωνιανός συγκλονισμένος από ένα άδικο φονικό και μη θέλοντας να μπει στη λογική την παράλογη της βεντέτας και της εκδίκησης, φεύγει νύχτα από το Βέρωνα. «Ντύσε γρήγορα τα παιδιά και μάζεψε τα ρούχα. Μόνο τα ρούχα», λέει στη γυναίκα του. Παίρνει τα παιδιά του και το κοπάδι του κι ύστερα από δυο μερόνυχτα φτάνει ξημέρωμα στο Καμποχώρι. Έτσι αρχίζει η ιστορία του βιβλίου.
Ασχολούμαι με μιαν εποχή δύσκολη. Με πολέμους, ανέχειες και κατατρεγμούς. Με φτώχειες και βάσανα, μα και ζεστές κι ανθρώπινες στιγμές. Σ’ αυτό το πλαίσιο κινήθηκα. Χρησιμοποίησα πολλές, άσχετες μεταξύ τους ιστορίες που είχα ζήσει ή είχα ακούσει, άφησα τη φαντασία μου να χαθεί στ’ όνειρο, έμπλεξα πραγματικά στοιχεία με φανταστικά, ζύμωσα την αλήθεια με το μύθο και τ’ αποτέλεσμα είναι αυτό. Το αν τα κατάφερα είναι το ζητούμενο. Οι ομιλητές τής βραδιάς κι όσοι το διάβασαν, ισχυρίζονται πως τα κατάφερα κι αυτό για μένα είναι ενθαρρυντικό. Τίποτα όμως δεν μπορεί να είναι πιο ενθαρρυντικό από τη δικιά σας γνώμη και κρίση. Εσάς, των ντόπιων, των κοινωνών τών ίδιων ακουσμάτων και βιωμάτων με μένα.
Δεν εχρησιμοποίησα καμιά ιδιαίτερη τεχνική κι ούτε προσπάθησα να εντυπωσιάσω. Η προσπάθειά μου επικεντρώθηκε στο να περιγράψω εικόνες συνηθισμένες τού χωριού, με λόγο απλό, καθημερινό. Όχι πως το ’καμα επίτηδες. Έτσι ήξερα να γράψω κι έτσι έγραψα.
Προσπάθησα να βγάλω νοσταλγία σ’ αυτό το βιβλίο. Νοσταλγία για μιαν εποχή που έφυγε και χάθηκε. Νοσταλγία για τις ανθρώπινες σχέσεις και το παλιό εκείνο δέσιμο των ανθρώπων. «Χωριανός ή κοντοχωριανός είναι», λέγανε, για κάποιον και τον αισθανότανε κιόλας φίλο και συγγενή. Νοσταλγία για τις παρέες από σπίτι σε σπίτι. Νοσταλγία για τα γλέντια και τα τραπεζώματα με το βρισκούμενο. Το σμίξιμο στα καφενεία, οι βραδιές με τα πειράγματα και τα καλαμπούρια. Και για να μην εξωραΐζουμε τα πάντα, σας υπενθυμίζω πως δεν ήταν όλα έτσι ειδυλλιακά. Πάντοτε υπήρχαν κι οι μικροψυχίες, οι κακίες κι οι έχθρητες. Οι βλαστήμιες κι οι κατάρες από τις γριές. Οι τσακωμοί, οι καβγάδες κι οι σπασμένες κεφαλές. Αυτό όμως δεν εμπόδιζε το χωριό να σμίγει και στη χαρά και στη λύπη. Να γλεντούνε μαζί, να κλαίνε και να παρηγορούνε τον πονεμένο. Αυτό το δέσιμο, νομίζω, είναι που λείπει από την εποχή μας. Κι αναρωτιέμαι αξίζει που προοδέψαμε αν είναι να γίνουμε δούλοι τής προόδου; Αν είναι να πουλήσουμε την ψυχική μας ισορροπία στη μάχη της καθημερινότητας; Κοντεύουμε να ξεχάσουμε τα έθιμα και τις καταβολές μας. Βιάσαμε τη φύση κι αυτή μάς εκδικείται. Καταστρέψαμε το περιβάλλον και δυσκολέψαμε μόνοι μας τη ζωή μας. Αλήθεια, πόσοι από μας δε θυμόμαστε με νοσταλγία τις ομορφιές και τις μυρωδιές στα περβόλια και τις ποταμίδες. Την πρασινάδα και τις δροσοποτάδες. Το συνορισό του νερού στον καταπότη και τις μαλές για το ποιος θα πρωτοποτίσει. Τώρα είναι παραιτημένα και τα περβόλια, γεμάτα βάτους και καλάμια. Δε συφέρνει, λέει, να τα καθαρίσομε. Κι ακόμη, πόσοι προλαβαίνομε να δούμε τον ήλιο ν’ ανατέλλει; Πόσοι έχουμε ώρα για να ξεχαστούμε στο λιοβασίλεμα ή να κάνουμε μια βόλτα στο φεγγαρόφωτο;
Δε θέλω να σας μελαγχολήσω, μα νομίζω πως καιρός είναι να δώσουμε μιαν ευκαιρία στον άνθρωπο και την ανάγκη για συντροφικότητα που ο καθένας από μας κρύβει μέσα του. Να μη χαιρετιόμαστε μόνο στο δρόμο παίζοντας την κόρνα τ’ αυτοκινήτου ή κάνοντας ένα αφηρημένο νόημα. Να συσφίξουμε τις σχέσεις μας. Να δίνουμε μια του Χάρου πότε πότε. Θα με ρωτήσετε και πώς μπορεί να γίνει αυτό; Μιας κι ο τρόπος ζωής έχει αλλάξει, έγνοιες και προβλήματα παραπληθύνει, νομίζω πως μόνο οι πολιτιστικοί σύλλογοι κι ο Δήμος μπορούν να βοηθήσουν αποφασιστικά. Έτσι, μια ιδέα έριξα. Μέσα από τη συμμετοχή μας σ’ αυτούς τους φορείς, σίγουρα μπορούμε να ’ρθουμε πιο κοντά. Να οργανώσουμε εκδηλώσεις, ν’ αναβιώσουμε έθιμα, να βρεθούμε, βρε αδερφέ.
Δε θέλω να σας κουράσω άλλο. Οφείλω όμως να εκφράσω τις πιο θερμές μου ευχαριστίες σ’ όλους όσους βοήθησαν με κάθε τρόπο να εκδοθεί το βιβλίο αυτό. Τον αγαπητό μου Μιχάλη Τρούλη που χάρις στην επιμονή του και τα καλά λόγια που δεν τσιγκουνεύτηκε να γράψει στον πρόλογο, εκδόθηκε αυτό το βιβλίο. Τις εκδόσεις Καλαϊτζάκη για την ποιότητα της δουλειάς τους. Τους διευθυντές των εφημερίδων και ξέχωρα τον σεβαστό μου Γιάννη Χαλκιαδάκη, τους διευθυντές των μέσων ενημέρωσης και τους δημοσιογράφους για τη σημασία που μου έδωσαν. Το Δήμαρχο του Δήμου Αρκαδίου, το φίλο Μανόλη Μανωλακάκη, που με τα αρκετά βιβλία που αγόρασε βοήθησε σημαντικά στο να καλυφθούν κάποια από τα έξοδα της έκδοσης. Τη Νομαρχία Ρεθύμνης και το Δήμο Αρκαδίου συνολικά και τον αντιδήμαρχο Τάσο Συριανόγλου ειδικά, που ανέλαβε το βάρος αυτής της εκδήλωσης, καθώς και όσους απασχολήθηκαν για την οργάνωση αυτής της βραδιάς. Την Ιερά Μονή Αρσανίου για τη φιλοξενία τους και τέλος τους ομιλητές και τη συντονίστρια της εκδήλωσης για το χρόνο που διέθεσαν και τα καλά τους λόγια κι όλους εσάς που αφήσατε τη βολή σας και διαθέσατε το χρόνο σας για να μας ακολουθήσετε σ’ αυτό το ταξίδι στ’ όνειρο.
Όλους σας ευχαριστώ.

Παρουσίαση στο Αρσάνι, 21 Ιουνίου 2006

Δεν υπάρχουν σχόλια: